Μετάφραση του "thieve" σε Ελληνικά

Οι κλέβω, κλέπτω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "thieve" σε Ελληνικά.

thieve verb γραμματική

(intransitive): To commit theft. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κλέβω

    verb

    Indeed, would he have prescribed penicillin had he thought recovery would enable me to go out thieving?

    Αλήθεια, θα μου είχε συνταγογραφήσει πενικιλίνη αν πίστευε ότι η ανάρρωση θα μου επέτρεπε να κλέβω;

  • κλέπτω

    But what is worse, you tried to thieve from that ignorant old lady.

    Αλλα το χειρότερο είναι ότι πήγες να κλέψεις εκείνη την ανίδεη γριούλα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " thieve " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "thieve" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "thieve" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη