Μετάφραση του "thieve" σε Ελληνικά
Οι κλέβω, κλέπτω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "thieve" σε Ελληνικά.
thieve
verb
γραμματική
(intransitive): To commit theft. [..]
-
κλέβω
verbIndeed, would he have prescribed penicillin had he thought recovery would enable me to go out thieving?
Αλήθεια, θα μου είχε συνταγογραφήσει πενικιλίνη αν πίστευε ότι η ανάρρωση θα μου επέτρεπε να κλέβω;
-
κλέπτω
But what is worse, you tried to thieve from that ignorant old lady.
Αλλα το χειρότερο είναι ότι πήγες να κλέψεις εκείνη την ανίδεη γριούλα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " thieve " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "thieve" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Μεταξύ κατεργαρέων ειλικρίνεια
-
Ρομπέν των Δασών: ο Πρίγκιπας των Κλεφτών
-
κλεψιά · κλοπή
-
πέφτω σε κλέφτες
-
μεταξύ κατεργαρέων ειλικρίνεια · μεταξύ κατεργαραίων ειλικρίνεια
-
κλέφτης
-
αχώριστοι
-
κλέφτης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη