Μετάφραση του "thieving" σε Ελληνικά

Οι κλοπή, κλεψιά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "thieving" σε Ελληνικά.

thieving adjective noun verb γραμματική

Present participle of thieve. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κλοπή

    noun feminine

    You're guilty of horse thieving, and now you do this!

    Είσαι ένοχος για κλοπή αλόγου και τώρα κάνεις και αυτό!

  • κλεψιά

    noun

    He had his warts, but thieving wasn't one of them.

    Είχε τα ελαττώματά του, αλλά η κλεψιά δεν ήταν ένα από αυτά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " thieving " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "thieving" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "thieving" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη