Μετάφραση του "thimble" σε Ελληνικά
Οι δαχτυλίθρα, δαχτυλήθρα, κάλτσα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "thimble" σε Ελληνικά.
thimble
noun
γραμματική
(sewing) A pitted, now usually metal, cap for the fingers, used in sewing to push the needle. [..]
-
δαχτυλίθρα
femininea thimbleful of something [..]
-
δαχτυλήθρα
noun feminineJames, we've been looking for that thimble for years.
Τζέιμς, ψάχνουμε αυτή τη δαχτυλήθρα εδώ και χρόνια.
-
κάλτσα
noun feminine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- δακτύλιος
- Δαχτυλήθρα
- δακτυλήθρα
- ροδάντζα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " thimble " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "thimble"
Φράσεις παρόμοιες με "thimble" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ράφτης
-
δαχτυλήθρα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη