Μετάφραση του "thin" σε Ελληνικά
Οι λεπτός, αδύνατος, ψιλός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "thin" σε Ελληνικά.
(philately) a loss or tearing of paper from the back of a stamp, although not sufficient to create a complete hole. [..]
-
λεπτός
adjective masculinehaving little body fat or flesh; slim; slender; lean; gaunt [..]
I think Tom is thin.
Νομίζω ότι ο Τομ είναι λεπτός.
-
αδύνατος
adjective masculinehaving little body fat or flesh; slim; slender; lean; gaunt [..]
Being thin doesn't mean you're not in this family.
Το να'σαι αδύνατος δε σημαίνει ότι δεν είσαι της οικογενείας.
-
ψιλός
adjective masculinehaving little thickness or extent from one surface to its opposite
You had two thin pieces of wood and you were smoothing them down with a knife.
Είχες 2 ψιλά κομμάτια ξύλου και τα λείανες με ένα μαχαίρι.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αραιός
- σπάνιος
- ισχνός
- αραιώνω
- νερουλός
- κοκαλιάρης
- λιγνός
- αδυνατίζω
- λεπταίνω
- φτενός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " thin " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Λεπτός
I think Tom is thin.
Νομίζω ότι ο Τομ είναι λεπτός.
Εικόνες με "thin"
Φράσεις παρόμοιες με "thin" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Πολωτής λεπτού φιλμ
-
αδυνατίζω · αραιώνω · εξαντλούμαι · λεπταίνω
-
Ηλεκτροφωταύγειας, λεπτού φιλμ
-
επί ξυρού ακμής
-
λεπτότης · λεπτότητα
-
Τρανζίστορ λεπτού φιλμ
-
περνούσα δύσκολα
-
Δίοδος λεπτού φιλμ