Μετάφραση του "thixotropy" σε Ελληνικά

Το Θιξοτροπία είναι η μετάφραση του "thixotropy" σε Ελληνικά.

thixotropy noun γραμματική

The property of certain gels whereby they become fluids when agitated and return to being solid or semi-solid when allowed to stand. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Θιξοτροπία

    shear thinning property

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " thixotropy " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "thixotropy" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη