Μετάφραση του "thoughtless" σε Ελληνικά

Οι απερίσκεπτος, επιπόλαιος, απρόσεκτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "thoughtless" σε Ελληνικά.

thoughtless adjective γραμματική

Marked by or showing lack of due thought or care; careless. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απερίσκεπτος

    adjective masculine

    Somebody ruined your cake, and i wanna know who could be that thoughtless.

    Κάποιος κατέστρεψε την τούρτα σου, και θέλω να ξέρω ποιος μπορεί να είναι αυτός ο απερίσκεπτος.

  • επιπόλαιος

    adjective

    Look, my husband may be a bit thoughtless at times.

    Κοιτάξτε, ο άντρας μου μπορεί να είναι επιπόλαιος κάποιες φορές.

  • απρόσεκτος

    adjective

    Some thoughtless guy is sitting next to you eating a steak, and...

    Κάποιος απρόσεκτος τύπος κάθεται δίπλα σου τρώγοντας μπριζόλα, και...

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αδιάφορος
    • άμυαλος
    • αβασάνιστος
    • αψυχολόγητος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " thoughtless " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "thoughtless" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "thoughtless" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη