Μετάφραση του "thread" σε Ελληνικά

Οι νήμα, κλωστή, θέμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "thread" σε Ελληνικά.

thread verb noun γραμματική

A long, thin and flexible form of material, generally with a round cross-section, used in sewing, weaving or in the construction of string. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • νήμα

    noun neuter

    (Internet): a series of messages [..]

    Testing the core just pulled a thread, and it unraveled everything.

    Η δοκιμή του πυρήνα απλά τράβηξε ένα νήμα, και τα ξεδίπλωσε όλα.

  • κλωστή

    noun feminine

    long, thin and flexible form of material

    Maybe so, but it's your life that's hanging by a thread now.

    Μπορεί νάταν έτσι, αλλά τώρα η δικιά σου ζωή κρέμεται από μια κλωστή.

  • θέμα

    noun neuter

    a theme or idea

    I think I lost the thread on this one.

    Νομίζω ότι έχασα λίγο τον ειρμό σε αυτό το θέμα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σπείρωμα
    • πάσο
    • συζήτηση
    • Νήμα
    • περνώ
    • ελίσσομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " thread " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Thread
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Σπείρωμα, βόλτες, νήμα

Εικόνες με "thread"

Φράσεις παρόμοιες με "thread" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "thread" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη