Μετάφραση του "threaded" σε Ελληνικά
Το με σπείρωμα είναι η μετάφραση του "threaded" σε Ελληνικά.
threaded
adjective
verb
γραμματική
Simple past tense and past participle of thread . [..]
-
με σπείρωμα
Those tubes may be sold unthreaded (‘plain ends’) or threaded.
Οι σωλήνες αυτοί μπορούν να πωλούνται χωρίς σπείρωμα («λείοι σωλήνες») ή με σπείρωμα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " threaded " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "threaded" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
και με τους δύο τύπους νημάτων
-
νήμα εργασίας
-
Νήμα · ελίσσομαι · θέμα · κλωστή · νήμα · πάσο · περνώ · σπείρωμα · συζήτηση
-
συνομιλία
-
υπερνηματική τεχνολογία
-
κλωστή κεντήματος
-
με ασφάλεια νήματος
-
ατσαλόνημα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη