Μετάφραση του "threshing" σε Ελληνικά

Το αλώνισμα είναι η μετάφραση του "threshing" σε Ελληνικά.

threshing noun verb γραμματική

Present participle of thresh. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλώνισμα

    noun

    In some countries, it is necessary to dry the pods before threshing.

    Σε ορισμένες χώρες, είναι απαραίτητο το στέγνωμα των λοβών πριν από το αλώνισμα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " threshing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "threshing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "threshing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη