Μετάφραση του "throng" σε Ελληνικά
Οι κοσμοσυρροή, πλήθος, συνωστισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "throng" σε Ελληνικά.
throng
adjective
verb
noun
γραμματική
A group of people crowded or gathered closely together; a multitude. [..]
-
κοσμοσυρροή
nounOverwhelmed by the throngs, waiters and waitresses quit en masse.
Βλέποντας όλη αυτή την κοσμοσυρροή, οι σερβιτόροι και οι σερβιτόρες το έβαλαν στα πόδια ομαδικά.
-
πλήθος
noun neuterOh, we absolutely must join the throng, to cheer her on.
Ωω, πρέπει οπωσδήποτε να συμμετάσχουμε στο πλήθος, να ζητωκραυγάσουμε για αυτήν.
-
συνωστισμός
noun masculine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- συνωστίζομαι
- στρίμωγμα
- κόσμος
- λαός
- κοσμοπλημύρα
- ορδή
- πολυκοσμία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " throng " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "throng"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη