Μετάφραση του "throttle" σε Ελληνικά

Οι γκάζι, στραγγαλίζω, βαλβίδα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "throttle" σε Ελληνικά.

throttle verb noun γραμματική

A valve that regulates the supply of fuel-air mixture to an internal combustion engine and thus controls its speed; a similar valve that controls the air supply to an engine. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γκάζι

    noun

    You see, the throttle opening is the blue line.

    Bλέπετε, τo γκάζι αvoίγει με τηv μπλε γραμμή.

  • στραγγαλίζω

    verb

    Now, tell me where you've hidden it, woman, before I throttle you dead.

    Kαι τώρα, πες μου πού τα έκρυψες, μη σε στραγγαλίσω.

  • βαλβίδα

    noun feminine

    Next to the throttle is the air speed gauge.

    Το όργανο μέτρησης ταχύτητας είναι δίπλα στη βαλβίδα καυσίμου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πνίγω
    • λάρυγγας
    • πνίγομαι
    • οριοθετώ
    • ταχυτητα
    • ανακόπτω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " throttle " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Throttle

Throttle (film)

+ Προσθήκη

"Throttle" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Throttle στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "throttle" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "throttle" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη