Μετάφραση του "timely" σε Ελληνικά

Οι έγκαιρος, επίκαιρος, άγουρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "timely" σε Ελληνικά.

timely adjective adverb γραμματική

Done at the proper time. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • έγκαιρος

    adjective

    Early planning is essential in view of the tight time schedule.

    Είναι καθοριστικής σημασίας ο έγκαιρος προγραμματισμός δεδομένου του χρονοδιαγράμματος.

  • επίκαιρος

    adjective masculine

    Your discussions today prove that the debate is very timely.

    Οι σημερινή συζήτηση απέδειξε ότι ο διάλογος πάνω στο ζήτημα είναι απολύτως επίκαιρος.

  • άγουρος

    adjective
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αγίνωτος
    • καίριος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " timely " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "timely" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "timely" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη