Μετάφραση του "timer" σε Ελληνικά

Οι χρονοδιακόπτης, χρονόμετρο, χρονορρύθμιση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "timer" σε Ελληνικά.

timer noun γραμματική

Someone or something which times. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χρονοδιακόπτης

    noun

    And the timer allows the perp to flee the scene before it goes off.

    Ο χρονοδιακόπτης επιτρέπει στο δράστη να διαφύγει πριν την έκρηξη.

  • χρονόμετρο

    noun

    A mechanism that measures the duration of events, like calls, Internet time, etc.

    The time on the timer, in seconds, is noted as time t.

    Σημειώνεται ο χρόνος σε δευτερόλεπτα στο χρονόμετρο ως χρόνος t.

  • χρονορρύθμιση

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μετρητής
    • χρονιστής, χρονομετρητής
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " timer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "timer"

Φράσεις παρόμοιες με "timer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "timer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη