Μετάφραση του "timid" σε Ελληνικά
Οι δειλός, συνεσταλμένος, άτολμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "timid" σε Ελληνικά.
timid
adjective
noun
γραμματική
Lacking in courage or confidence. [..]
-
δειλός
noun masculineOur political leadership is too timid to face the reality of this coming war.
Η πολιτική μας ηγεσία είναι πολύ δειλή για να δει την πραγματικότητα.
-
συνεσταλμένος
adjectiveDenise is indeed outstripping all expectations of such a seemingly timid girl.
Η Ντενίς ξεπερνά τις προσδοκίες όλων παρόλο που φαίνεται συνεσταλμένη.
-
άτολμος
adjectiveI'm a timid old chap, quite unsuited for the rigors of foreign travel.
Είμαι ένας άτολμος γέρος και ακατάλληλος για τις καταπονήσεις τέτοιου ταξιδιού.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- διστακτικός
- αθάρρευτος
- φοβιτσιάρης
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " timid " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "timid" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αυτοαμφισβήτηση · δειλία
-
διστάζω να · είμαι διστακτικός (στο) να · ντρέπομαι να
-
δειλία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη