Μετάφραση του "timing" σε Ελληνικά
Οι συγχρονισμός, χρονισμός, τάιμινγκ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "timing" σε Ελληνικά.
timing
noun
verb
γραμματική
(obsolete) An occurrence or event. [..]
-
συγχρονισμός
masculineMy comic timing is the first to go after my nerves.
Ο γελοίος συγχρονισμός μου είναι το χειρότερο μετά τα νεύρα μου.
-
χρονισμός
For variable timing system, minimum and maximum timing
Για συστήματα μεταβλητού χρονισμού, ελάχιστος και μέγιστος χρονισμός
-
τάιμινγκ
nounI didn't say she had good timing.
Δεν είπα ότι ήταν καλή στο τάιμινγκ.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- χρονορρυθμιστικός
- χρονορρύθμιση
- συγκυρία
- χρονοδιάγραμμα
- χρονομέτρηση
- προθεσμία
- η συγκεκριμένη στιγμή
- κατάλληλη στιγμή
- το χρονικό σημείο
- χρονική στιγμή
- χρονική τοποθέτηση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " timing " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "timing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Μέσος χρόνος ομιλίας
-
προϊστορία
-
απευθείας · σε πραγματικό χρόνο
-
όταν γίνω [ηλικία] · όταν κλείσω τα [ηλικία]
-
χρόνος μετατροπής
-
θα κερδίσουμε χρόνο
-
παλιές εποχές
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη