Μετάφραση του "tolerance" σε Ελληνικά
Οι ανοχή, ανεκτικότητα, διαλλακτικότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tolerance" σε Ελληνικά.
(uncountable, obsolete) The ability to endure pain or hardship; endurance. [15th-19th c.] [..]
-
ανοχή
noun femininepermitted deviation from standard [..]
In Europe, we are traditionally less tolerant of the possibility of business failure.
Στην Ευρώπη, έχουμε παραδοσιακά μικρότερη ανοχή στην επιχειρηματική αποτυχία.
-
ανεκτικότητα
noun feminineability to tolerate
So you'll excuse me if I have low tolerance for your histrionics.
Οπότε, να με συγχωρέσεις αν δείχνω μικρή ανεκτικότητα για τους θεατρινισμούς σου.
-
διαλλακτικότητα
nounThose projects should promote mutual understanding, respect and tolerance in Europe.
Τα σχέδια αυτά θα πρέπει να προωθούν την αμοιβαία κατανόηση, το σεβασμό και τη διαλλακτικότητα στην Ευρώπη.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- επιείκεια
- μακροθυμία
- χάσμα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " tolerance " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Ανοχή
Tolerance on tyre circumference between one axle and another fitted with the same exciter
Ανοχή της περιφέρειας του ελαστικού επισώτρου μεταξύ ενός άξονα και ενός άλλου με τον αυτό διεγέρτη
Φράσεις παρόμοιες με "tolerance" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
όρια ανοχής
-
ανεχόμενος
-
Ανεκτικότητα - Ανοχή · ανεκτικότητα · ανοχή · συγκαταβατικότητα
-
Ανοχή συστήματος σε βλάβες
-
Δίκτυο ανεκτικό σε διακοπές
-
Ανοχή σε σφάλματα μπιτ
-
ανοχή σε βλάβες, ανοχή σφαλμάτων · ανοχή σφαλμάτων
-
Μέγιστο ανεκτό τρεμόπαιγμα