Μετάφραση του "toolkit" σε Ελληνικά

Οι εργαλειοθήκη, κιτ εργαλείων είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "toolkit" σε Ελληνικά.

toolkit noun γραμματική

An assembly of tools. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εργαλειοθήκη

    noun feminine

    set of basic components for developing software [..]

    And get the toolkit out of the cab and take it into the hangar office.

    Και βγάλε την εργαλειοθήκη απ'το φορτηγό και πήγαινέ την στο γραφείο.

  • κιτ εργαλείων

    A bundle of software, services, marketing materials, etc., bundled together and meant to be used together.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " toolkit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "toolkit"

Φράσεις παρόμοιες με "toolkit" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "toolkit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη