Μετάφραση του "tottering" σε Ελληνικά

Οι ασταθής, ξεχαρβαλωμένος, παραπαίων, -ουσα, -ον είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tottering" σε Ελληνικά.

tottering adjective noun verb γραμματική

Unsteady, precarious or rickety. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ασταθής

  • ξεχαρβαλωμένος

  • παραπαίων, -ουσα, -ον

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tottering " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "tottering" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • To walk, move, or stand unsteadily, as if you are about to fall · παραπάτημα · παραπαίω · παραπατώ · τρέκλισμα · τρεκλίζω · τρικλίζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tottering" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη