Μετάφραση του "tractor" σε Ελληνικά
Οι τρακτέρ, ελκυστήρας, γερανός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tractor" σε Ελληνικά.
tractor
verb
noun
γραμματική
(agriculture) A vehicle used in farms e.g. for pulling farm equipment and preparing the fields. [..]
-
τρακτέρ
noun neuterfarm vehicle [..]
From there you'll have to find a tractor.
Από εκεί θα πρέπει να βρείτε ένα τρακτέρ.
-
ελκυστήρας
noun masculinefarm vehicle [..]
The tractor must be unladen when measurements are being made.
Κατά τη διάρκεια της μετρήσεως ο ελκυστήρας πρέπει να κυκλοφορεί άνευ φορτίου.
-
γερανός
noun masculineany piece of machinery that pulls something [..]
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- Τρακτέρ
- γεωργικός ελκυστήρας
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " tractor " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "tractor"
Φράσεις παρόμοιες με "tractor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
νταλίκα
-
ελκυστήρας · μονάδα ελκυστήρα
-
Ποντιακή διάλεκτος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη