Μετάφραση του "trader" σε Ελληνικά

Οι έμπορος, εμπορευόμενος, εμποροπλοίαρχος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "trader" σε Ελληνικά.

trader noun γραμματική

One who gains a livelihood from trading goods or securities. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • έμπορος

    noun masculine

    one who gains a livelihood from trading

    The company had therefore to be considered as a trader and this argument had to be rejected.

    Η εταιρεία έπρεπε, επομένως, να θεωρηθεί έμπορος και το επιχείρημα αυτό να απορριφθεί.

  • εμπορευόμενος

    The second situation is where the trader provides electronically supplied services.

    Η δεύτερη περίπτωση είναι όταν ο εμπορευόμενος παρέχει ηλεκτρονικά παρεχόμενες υπηρεσίες.

  • εμποροπλοίαρχος

    noun
  • έμπορος χρηματοδοτικών μέσων

    person who buys and sells financial instruments

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " trader " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "trader" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "trader" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη