Μετάφραση του "tradesman" σε Ελληνικά

Οι βιοτέχνης, τεχνίτης, καταστηματάρχης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tradesman" σε Ελληνικά.

tradesman noun γραμματική

A skilled manual worker (implied male). [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βιοτέχνης

    noun masculine
  • τεχνίτης

    noun masculine

    The use of chlorine combined with his masonry skills suggests he's some sort of tradesman.

    Η χρήση χλωρίου με τις γνώσεις του στην τοιχοποιία, δείχνουν ότι είναι τεχνίτης.

  • καταστηματάρχης

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μαγαζάτορας
    • εμπορευόμενος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tradesman " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tradesman" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη