Μετάφραση του "trailblazing" σε Ελληνικά

Οι πρωτοποριακός, ρηξικέλευθος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "trailblazing" σε Ελληνικά.

trailblazing adjective verb γραμματική

Resembling a trailblazer; innovative or pioneering [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρωτοποριακός

  • ρηξικέλευθος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " trailblazing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "trailblazing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ανοίγω νέους ορίζοντες σε
  • ανοίγω νέους ορίζοντες σε · ανοίγω το δρόμο · πρωτοπορώ
  • ο πρώτος διδάξας
  • πρωθιερέας · ρηξικέλευθος · σκαπανέας
  • ανοίγω νέους ορίζοντες σε · ανοίγω το δρόμο · πρωτοπορώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "trailblazing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη