Μετάφραση του "train" σε Ελληνικά

Οι τρένο, αμαξοστοιχία, τραίνο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "train" σε Ελληνικά.

train verb noun γραμματική

(intransitive) To practice an ability. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τρένο

    noun neuter

    line of connected cars or carriages [..]

    The train was so packed that I had to stand up during the whole trip.

    Το τρένο ήταν τόσο φίσκα που έπρεπε να παραμείνω όρθιος σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού.

  • αμαξοστοιχία

    noun neuter

    line of connected cars or carriages [..]

    — Immediately the train passes the speed trap at excess speed.

    — Αμέσως η αμαξοστοιχία υπερβεί την παγίδα ταχύτητας με υπερβάλλουσα ταχύτητα.

  • τραίνο

    noun neuter

    line of connected cars or carriages [..]

    Let's go by train.

    Ας πάμε με το τραίνο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • προπονούμαι
    • εκπαιδεύω
    • προπονώ
    • ουρά
    • ακολουθία
    • εξασκούμαι
    • εξασκώ
    • ειρμός
    • γυμνάζομαι
    • στρέφω
    • αλληλουχία
    • σιδηροδρομικός
    • συρμός
    • ασκούμαι
    • ασκώ
    • γυμνάζω
    • σειρά
    • σιδηρόδρομος
    • εκπαιδεύομαι
    • διευθύνω
    • αθλούμαι
    • εκγυμνάζω
    • σημαδεύω
    • Τρένο
    • σκοπεύω
    • καταρτίζω
    • συνοδεία
    • καραβάνι
    • ταξιδεύω
    • προετοιμάζω
    • ελεγκτής
    • σύρω
    • εκπολιτίζω
    • εξανθρωπίζω
    • καθοδηγώ
    • κουστωδία
    • πειθαρχώ
    • προετοιμάζομαι
    • σίδηρόδρομος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " train " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "train"

Φράσεις παρόμοιες με "train" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "train" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη