Μετάφραση του "training" σε Ελληνικά

Οι προπόνηση, εξάσκηση, εκπαίδευση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "training" σε Ελληνικά.

training noun verb γραμματική

Present participle of train. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προπόνηση

    noun feminine

    Weight training won't stop that from happening to me.

    Η προπόνηση με τα βάρη δεν θα αποτρέψει να μου συμβεί κι εμένα.

  • εξάσκηση

    noun feminine

    Well, this is more like training for our war against Moloch.

    Είναι πιο πολύ εξάσκηση για τον πόλεμο ενάντια στον Μολώχ.

  • εκπαίδευση

    noun feminine

    acquisition of knowledge, skills, and competencies as a result of teaching [..]

    Moreover, it doesn’t require special training or athletic skill —only a good pair of shoes.

    Επιπλέον, δεν απαιτείται ειδική εκπαίδευση ή αθλητικές ικανότητες —χρειάζεται μόνο ένα καλό ζευγάρι παπούτσια.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κατάρτιση
    • εκγύμναση
    • μάθηση
    • παιδεία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " training " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Training
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Εκπαίδευση

    Training of persons implementing aircraft protection shall result in all of the following competencies:

    Η εκπαίδευση των προσώπων που αναλαμβάνουν την προστασία αεροσκαφών αποβλέπει στην απόκτηση όλων των κάτωθι ικανοτήτων:

Φράσεις παρόμοιες με "training" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "training" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη