Μετάφραση του "trainee" σε Ελληνικά

Οι εκπαιδευόμενος, σταζιέρ, ασκούμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "trainee" σε Ελληνικά.

trainee noun γραμματική

Someone who is still in the process of being formally trained in a workplace. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκπαιδευόμενος

    noun

    A trainee accidently grabbed it during the resuscitation attempt, thought it was part of their field kit.

    Ένας εκπαιδευόμενος το έπιασε κατά λάθος την ώρα της ανάνηψης. Νόμιζε ότι ήταν δικό τους.

  • σταζιέρ

    noun
  • ασκούμενος

    Moreover he was covered by the national social security system as a trainee engineer .

    Επιπλέον, ο προσφεύγων καλυπτόταν από το εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως ως ασκούμενος μηχανολόγος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " trainee " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "trainee" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "trainee" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη