Μετάφραση του "tram" σε Ελληνικά
Οι τραμ, βαγονέτο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tram" σε Ελληνικά.
tram
verb
noun
γραμματική
A passenger vehicle for public use that runs on tracks in the road. [..]
-
τραμ
noun neuterpassenger vehicle [..]
I took three trams, doubled back, I used evasive tactics the whole way.
Πήρα τα τραμ, μπρος πίσω, ακολούθησα αμφιλεγόμενες τακτικές σε όλη τη διαδρομή.
-
βαγονέτο
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " tram " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "tram"
Φράσεις παρόμοιες με "tram" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κατεύθυνση μηχανής ισοπέδωσης σκυροδέματος
-
ισοπέδωση σκυροδέματος
-
Ενισχυτής δια-σύνθετης αντίστασης
-
σύστημα τραμ
-
τραμβαγέρης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη