Μετάφραση του "transmit" σε Ελληνικά

Οι μεταδίδω, διαβιβάζω, μεταβιβάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "transmit" σε Ελληνικά.

transmit verb γραμματική

(transitive) To send or convey something from one person, place or thing to another. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μεταδίδω

    verb

    to send out a signal [..]

    Rigelians transmitted a visual record of the ship that attacked them.

    Οι Ριγκέλιανς μετέδωσαν μια οπτική καταγραφή του πλοίου που τους επιτέθηκε.

  • διαβιβάζω

    verb

    Member States shall transmit updated statistics when statistics already transmitted are subject to revisions.

    Όταν οι στατιστικές που έχουν ήδη διαβιβαστεί αναθεωρούνται, τα κράτη μέλη διαβιβάζουν επικαιροποιημένες στατιστικές.

  • μεταβιβάζω

    verb

    The printing area is treated to receive and transmit ink to the surface to be printed.

    Το εκτυπούμενο τμήμα υποβάλλεται σε κατεργασία για να δέχεται και να μεταβιβάζει τη μελάνη στην προς εκτύπωση επιφάνεια.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μεταφέρω
    • εκπέμπω
    • εκπέμπω, μεταδίδω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " transmit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Transmit
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Εκπέμπω, εκπομπή

Φράσεις παρόμοιες με "transmit" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "transmit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη