Μετάφραση του "transmitted" σε Ελληνικά
Το μεταδιδόμενος είναι η μετάφραση του "transmitted" σε Ελληνικά.
transmitted
adjective
verb
(in combination) That has been transmitted in a specific manner. [..]
-
μεταδιδόμενος
Rigelians transmitted a visual record of the ship that attacked them.
Οι Ριγκέλιανς μετέδωσαν μια οπτική καταγραφή του πλοίου που τους επιτέθηκε.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " transmitted " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "transmitted" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Εκπομπή δεδομένων
-
Εκπομπή δεδομένων
-
διαβιβάζω · εκπέμπω · εκπέμπω, μεταδίδω · μεταβιβάζω · μεταδίδω · μεταφέρω
-
Φωνητικά διεγειρόμενος μεταγωγός / εκπομπή / διακόπτης / διαμορφωτής
-
μεταδίδω
-
Έλεγχος ισχύος εκπομπής
-
κεραία εκπομπής
-
αφροδίσιος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη