Μετάφραση του "trustee" σε Ελληνικά

Οι διαχειριστής, κηδεμόνας, καταπιστευματοδόχος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "trustee" σε Ελληνικά.

trustee verb noun γραμματική

A person to whom property is legally committed in trust, to be applied either for the benefit of specified individuals, or for public uses; one who is intrusted with property for the benefit of another; also, a person in whose hands the effects of another are attached in a trustee process. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαχειριστής

    noun masculine

    person to whom property is legally committed in trust

    The parties also offer to establish a trustee to monitor the accomplishment of the commitments.

    Τα μέρη προτείνουν επίσης να προβλεφθεί ένας διαχειριστής που θα παρακολουθεί την υλοποίηση των δεσμεύσεων.

  • κηδεμόνας

    noun common

    By order of the trustees of the Sedley Estate, this auction will now commence.

    Με διαταγή των κηδεμόνων της περιουσίαςΣέντλι, ας ξεκινήσει ο πληστειριασμός.

  • καταπιστευματοδόχος

    noun

    Such trustee will report his conclusions to the Commission.

    Ο εν λόγω καταπιστευματοδόχος θα αναφέρει τα συμπεράσματά του στην Επιτροπή.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • θεματοφύλακας
    • διαχειριστής τραστ (καταπιστεύματος)
    • επίτροπος
    • επιμελητής
    • Καταπίστευμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " trustee " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "trustee" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "trustee" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη