Μετάφραση του "unadorned" σε Ελληνικά

Οι αδιακόσμητος, άκοσμος, απέριττος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "unadorned" σε Ελληνικά.

unadorned adjective γραμματική

Having no additional decoration or embellishment; plain and simple [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδιακόσμητος

    adjective

    Having no additional decoration

  • άκοσμος

    Adjective
  • απέριττος

    adjective masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αστόλιστος
    • γυμνός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " unadorned " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "unadorned" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη