Μετάφραση του "unaffected" σε Ελληνικά

Οι ανεπιτήδευτος, ανεπηρέαστος, φυσικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "unaffected" σε Ελληνικά.

unaffected adjective noun verb γραμματική

Lacking pretense or affectation; natural. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανεπιτήδευτος

    Adjective
  • ανεπηρέαστος

    Adjective

    But the ventilator ducts on the flight deck were closed, consequently Rafford was unaffected by the gas.

    Αλλά ο εξαερισμός στο πιλοτήριο ήταν κλειστός, και κατά συνέπεια ο Rafford έμεινε ανεπηρέαστος από το αέριο.

  • φυσικός

    adjective noun
  • απρόσβλητος

    Adjective από ασθένεια
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " unaffected " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Unaffected
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ανεπηρέαστος

    But the ventilator ducts on the flight deck were closed, consequently Rafford was unaffected by the gas.

    Αλλά ο εξαερισμός στο πιλοτήριο ήταν κλειστός, και κατά συνέπεια ο Rafford έμεινε ανεπηρέαστος από το αέριο.

Φράσεις παρόμοιες με "unaffected" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "unaffected" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη