Μετάφραση του "unauthorized" σε Ελληνικά

Οι αυθαίρετος, παράνομος, πειρατικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "unauthorized" σε Ελληνικά.

unauthorized adjective γραμματική

not having any authority [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αυθαίρετος

    adjective masculine

    without official authorization [..]

  • παράνομος

    adjective noun

    It is not enough to forbid instruments which are specifically designed and made to give unauthorized access.

    Δεν αρκεί να απαγορεύονται μόνον τα μέσα που έχουν φτιαχθεί ειδικά για παράνομη πρόσβαση.

  • πειρατικός

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κλεψίτυπος
    • λαθραίος
    • παράτυπος
    • μη εγκεκριμένος
    • μη εξουσιοδοτημένος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " unauthorized " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Unauthorized
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μη εξουσιοδοτημένος

    Unauthorized estate agent: Residence requirement unless waived by the Danish Commerce and Companies Agency.

    Μη εξουσιοδοτημένος κτηματομεσίτης: προϋπόθεση κατοικίας, εκτός αν προβλέπει παρέκκλιση ο Δανικός Οργανισμός Εμπορίου και Εταιρειών.

Φράσεις παρόμοιες με "unauthorized" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "unauthorized" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη