Μετάφραση του "unborn" σε Ελληνικά

Οι αγέννητος, έμβρυο, εμβρυϊκός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "unborn" σε Ελληνικά.

unborn adjective noun γραμματική

not yet born; yet to come; future. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγέννητος

    adjective masculine

    without beginning [..]

    All that mattered to me was you and our unborn son.

    Το μόνο που είχε σημασία για μένα ήσασταν εσύ κι ο αγέννητος γιος μας.

  • έμβρυο

    noun
  • εμβρυϊκός

  • το κυοφορούμενο

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " unborn " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "unborn" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη