Μετάφραση του "unbound" σε Ελληνικά

Οι άδετος, Απεριόριστος, αδέσμευτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "unbound" σε Ελληνικά.

unbound adjective verb

Simple past of unbind. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άδετος

    adjective

    This... precious book of love, this unbound lover, to beautify him, only lacks a cover.

    Αυτός ο τόμος του έρωτα, ο άδετος τούτος νέος... θέλει μόνο δέσιμο για να γίνει πιο ωραίος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " unbound " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Unbound
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Απεριόριστος, αδέσμευτος

Φράσεις παρόμοιες με "unbound" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "unbound" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη