Μετάφραση του "unbridgeable" σε Ελληνικά

Το αγεφύρωτος είναι η μετάφραση του "unbridgeable" σε Ελληνικά.

unbridgeable adjective γραμματική

Unable to be bridged or crossed; impossible to span. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγεφύρωτος

    adjective masculine

    unable to be bridged

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " unbridgeable " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "unbridgeable" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη