Μετάφραση του "unbroken" σε Ελληνικά
Οι αθρυμμάτιστος, αδιάκοπος, αρραγής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "unbroken" σε Ελληνικά.
unbroken
adjective
γραμματική
Whole, not divided into parts. [..]
-
αθρυμμάτιστος
adjectivewhole, not divided into parts
-
αδιάκοπος
adjective -
αρραγής
adjective
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ολόκληρος
- ακέραιος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " unbroken " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη