Μετάφραση του "undo" σε Ελληνικά

Οι καταστρέφω, αναίρεση, ξεκάνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "undo" σε Ελληνικά.

undo verb noun adjective γραμματική

To reverse the effects of an action. syn. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καταστρέφω

    verb

    Excess in all things is the undoing of men.

    Η υπερβο λή σε ό λα τα πράγ ματα καταστρέφει τους ανθρώπους.

  • αναίρεση

    Noun

    To go back to a previous state by reversing the effects of one or more commands.

    And the only way to do that is to undo what the astrolabe did?

    Και μπορούμε να το εξαλείψουμε με την αναίρεση της δράσης του αστρολάβου.

  • ξεκάνω

    verb

    I need to know if you want me to undo it.

    Απλά πες μου αν θέλεις να το ξεκάνω.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ξεκουμπώνω
    • ξεϋφαίνω
    • ακυρώνω
    • λύω
    • χαλάω
    • αίρω
    • αναιρώ
    • ανατρέπω
    • ξετυλίγω
    • καταργώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " undo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Undo
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αναιρώ, αναίρεση

Φράσεις παρόμοιες με "undo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αναίρεση πολλών επιπέδων
  • όριο αναιρέσεων
  • ανατροπή · κατάρρευση · καταστροφή
  • ανατροπή · κατάρρευση · καταστροφή
  • ανατροπή · κατάρρευση · καταστροφή
  • ανατροπή · κατάρρευση · καταστροφή
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "undo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη