Μετάφραση του "undoing" σε Ελληνικά

Οι καταστροφή, ανατροπή, κατάρρευση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "undoing" σε Ελληνικά.

undoing noun verb γραμματική

That which defeats. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καταστροφή

    noun feminine

    It will undo a century of damage and give earth a new beginning.

    Θα αποκαταστήσει έναν αιώνα καταστροφών και θα δώσει στη Γη ένα καινούργιο ξεκίνημα.

  • ανατροπή

    noun

    Not if our work leads to Moriarty's undoing first.

    Όχι αν η δουλειά μας οδηγήσει πρώτα στην ανατροπή του Μοριάρτι.

  • κατάρρευση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " undoing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "undoing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Αναιρώ, αναίρεση
  • αναίρεση πολλών επιπέδων
  • αίρω · ακυρώνω · αναίρεση · αναιρώ · ανατρέπω · καταργώ · καταστρέφω · λύω · ξεκάνω · ξεκουμπώνω · ξετυλίγω · ξεϋφαίνω · χαλάω
  • όριο αναιρέσεων
  • αίρω · ακυρώνω · αναίρεση · αναιρώ · ανατρέπω · καταργώ · καταστρέφω · λύω · ξεκάνω · ξεκουμπώνω · ξετυλίγω · ξεϋφαίνω · χαλάω
  • αίρω · ακυρώνω · αναίρεση · αναιρώ · ανατρέπω · καταργώ · καταστρέφω · λύω · ξεκάνω · ξεκουμπώνω · ξετυλίγω · ξεϋφαίνω · χαλάω
  • αίρω · ακυρώνω · αναίρεση · αναιρώ · ανατρέπω · καταργώ · καταστρέφω · λύω · ξεκάνω · ξεκουμπώνω · ξετυλίγω · ξεϋφαίνω · χαλάω
  • αίρω · ακυρώνω · αναίρεση · αναιρώ · ανατρέπω · καταργώ · καταστρέφω · λύω · ξεκάνω · ξεκουμπώνω · ξετυλίγω · ξεϋφαίνω · χαλάω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "undoing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη