Μετάφραση του "unresting" σε Ελληνικά

Οι άοκνος, ακάματος, ακούραστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "unresting" σε Ελληνικά.

unresting adjective γραμματική

Not resting; ceaseless [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άοκνος

    Adjective
  • ακάματος

    adjective
  • ακούραστος

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " unresting " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "unresting" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • πολιτική αναταραχή
  • αναταραχή · ανησυχία · ζυμώσεις · ταραχές
  • πολιτική αναταραχή
  • αναταραχή · ανησυχία · ζυμώσεις · ταραχές
  • αναταραχή · ανησυχία · ζυμώσεις · ταραχές
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "unresting" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη