Μετάφραση του "unrestrained" σε Ελληνικά

Οι ασυγκράτητος, ασυγκράτητη, ασυγκράτητο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "unrestrained" σε Ελληνικά.

unrestrained adjective verb γραμματική

immoderate; not restrained or held in check [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ασυγκράτητος

    adjective masculine

    not held in check

    Well, according to my investigations, a young, unrestrained man on board apparently... set off some kind of an electric discharge of some sort.

    Λοιπόν, σύμφωνα με τις έρευνές μου ένας ασυγκράτητος νεαρός στο σκάφος προφανώς προκάλεσε κάποιου είδους ηλεκτρική εκκένωση σε κάτι.

  • ασυγκράτητη

    Even in the most primitive of men's forebears there is an even more primitive totally unrestrained energy.

    Και στους πιο πρωτόγονους προγόνους μας υπάρχει μία πιο πρωτόγονη, ασυγκράτητη ενέργεια.

  • ασυγκράτητο

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ελεύθερος
    • απεριόριστος
    • αχαλίνωτος
    • άκρατος
    • ακατάσχετος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " unrestrained " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "unrestrained" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη