Μετάφραση του "uprooting" σε Ελληνικά
Οι ξερίζωμα, ξεριζωμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "uprooting" σε Ελληνικά.
uprooting
noun
verb
γραμματική
Present participle of uproot. [..]
-
ξερίζωμα
neuterHe was firmly convinced that leprechauns were responsible... for the uprooting of the ancient campus oak.
Υποστήριζε σθεναρά πως ξωτικά ήταν υπεύθυνα για το ξερίζωμα τής βελανιδιάς της πανεπιστημιούπολης.
-
ξεριζωμός
Leaving Japan was for me a real uprooting, a real exile.
'Οταν έφυγα απ'την Ιαπωνία για εμένα ήταν αληθινός ξεριζωμός, μια εξορία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " uprooting " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "uprooting" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εκριζώνω · ξεριζώνομαι · ξεριζώνω
-
εκπατρισμένος · ξεριζωμένος
-
ξεριζώνω
-
εκριζώνω · ξεριζώνομαι · ξεριζώνω
-
εκριζώνω · ξεριζώνομαι · ξεριζώνω
-
εκριζώνω · ξεριζώνομαι · ξεριζώνω
-
εκπατρισμένος · ξεριζωμένος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη