Μετάφραση του "upscale" σε Ελληνικά

Οι κυριλέ, αναβαθμίζω, ακριβός, -ή, -ό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "upscale" σε Ελληνικά.

upscale adjective verb γραμματική

Marked by wealth or quality; high-class. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κυριλέ

    adjective

    I'm so honored that Springfield has been chosen to host all these upscale chain stores.

    Νιώθω περήφανη που άνοιξαν τόσες κυριλέ αλυσίδες καταστημάτων.

  • αναβαθμίζω

  • ακριβός, -ή, -ό

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " upscale " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "upscale" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη