Μετάφραση του "ventilation" σε Ελληνικά

Οι εξαερισμός, αερισμός, αναπνοή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ventilation" σε Ελληνικά.

ventilation noun γραμματική

The replacement of stale or noxious air with fresh. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξαερισμός

    noun masculine

    mechanical system used to circulate and replace air [..]

    Do not enter storage areas unless they are properly ventilated.

    Να μην εισέρχονται άτομα στους χώρους αποθήκευσης εάν δεν εξασφαλίζεται κατάλληλος εξαερισμός.

  • αερισμός

    noun masculine

    replacement of stale or noxious air with fresh

    Provision must be made for efficient ventilation of the cab.

    Πρέπει να λαμβάνεται πρόνοια για να εξασφαλίζεται αποτελεσματικός αερισμός του θαλαμίσκου.

  • αναπνοή

    noun feminine

    breathing

    We still haven't even discussed mechanical ventilation, hydration assistance, or resuscitation.

    Δεν έχουμε μιλήσει ακόμα για την τεχνητή αναπνοή, την αδυναμία κατάποσης και την ανάνηψη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ελεύθερη συζήτηση
    • πνοή
    • ανάσα
    • (εξ)αερισμός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ventilation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "ventilation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ventilation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη