Μετάφραση του "ventilator" σε Ελληνικά

Οι ανεμιστήρας, εξαεριστήρας, αεριστήρας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ventilator" σε Ελληνικά.

ventilator noun γραμματική

A device that circulates fresh air and expels stale or noxious air [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανεμιστήρας

    noun masculine

    A device that provides air circulation in a closed environment by rotating an helix, in order to cool down someone or something.

    If the engine of the mobile crane is fitted with a ventilator, it shall run during the test.

    Αν ο κινητήρας του γερανού είναι εφοδιασμένος με ανεμιστήρα, ο ανεμιστήρας πρέπει να λειτουργεί κατά τη δοκιμή.

  • εξαεριστήρας

    noun

    That's just a ventilator.

    Είναι απλά ενας εξαεριστήρας.

  • αεριστήρας

    noun
  • αναπνευστήρας

    Noun

    The ventilator is helping Troy oxygenate, uh, but his cardiac output is still down.

    Ο αναπνευστήρας βοηθά την οξυγόνωσή του, αλλά η καρδιακή παροχή είναι χαμηλή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ventilator " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "ventilator"

Φράσεις παρόμοιες με "ventilator" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ventilator" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη