Μετάφραση του "vindicate" σε Ελληνικά
Οι διεκδικώ, υπερασπίζω, δικαιώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vindicate" σε Ελληνικά.
vindicate
verb
γραμματική
To lay claim to; to assert a right to; to claim. [..]
-
διεκδικώ
verb -
υπερασπίζω
verb -
δικαιώνω
verb -
αθωώνω
Verb verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " vindicate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "vindicate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δικαίωση · δικαιολόγηση
-
υπερασπιστής
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη