Μετάφραση του "vindication" σε Ελληνικά

Οι δικαίωση, δικαιολόγηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vindication" σε Ελληνικά.

vindication noun γραμματική

the act of vindicating or the state of being vindicated [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δικαίωση

    noun feminine

    the act of vindicating

    This verdict has been a terrific vindication for our legal system.

    Η απόφαση είναι φοβερή δικαίωση του νομικού μας συστήματος.

  • δικαιολόγηση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vindication " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "vindication" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αθωώνω · διεκδικώ · δικαιώνω · υπερασπίζω
  • υπερασπιστής
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vindication" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη