Μετάφραση του "virginity" σε Ελληνικά

Οι παρθενιά, παρθενία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "virginity" σε Ελληνικά.

virginity noun γραμματική

The state of being a virgin. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παρθενιά

    feminine

    state of a person who has never engaged in sexual intercourse

    This is my story on how I lost my virginity.

    Αυτή είναι η ιστορία μου για το πως έχασα την παρθενιά μου.

  • παρθενία

    feminine

    state or characteristic of being a virgin [..]

    She lost her virginity and brought death to all the males of Shechem.

    Έχασε την παρθενία της κι επέφερε θάνατο σε όλους τους άρρενας της Συχέμ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " virginity " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "virginity" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "virginity" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη