Μετάφραση του "walking" σε Ελληνικά

Οι περπάτημα, πεζοπορία, περίπατος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "walking" σε Ελληνικά.

walking adjective noun verb γραμματική

Incarnate as a human; living. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • περπάτημα

    noun

    Allison and her friends are walking to the festival.

    Allison και οι φίλοι της είναι το περπάτημα στο φεστιβάλ.

  • πεζοπορία

    noun

    You go walking and hiking and like scaling mountains and stuff.

    Να πάτε για πεζοπορία και να ανεβείτε στο βουνό.

  • περίπατος

    noun masculine

    She likes to go for solitary walks.

    Της αρέσει να κάνει περίπατο μόνη της.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βάδισμα
    • Περπάτημα
    • βάδιση
    • περπατώντας
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " walking " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "walking"

Φράσεις παρόμοιες με "walking" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • κτ δεν απέχει πολύ από κτ άλλο
  • από όλα τα κοινωνικά στρώματα
  • παρατάω
  • αποσύρθηκε
  • θόρυβος τυχαίας κίνησης
  • κάνω κάτι τολμηρό · τη βρίσκω άγρια
  • πάω βόλτα
  • αθωώνομαι · ακολουθώ · αφήνομαι ελεύθερος · βάδισμα · βαδίζω · βγάζω βόλτα · βόλτα · διέρχομαι · δρόμος περιπάτου · εμφανίζομαι · πάω βόλτα · πέρασμα · παίρνω αέρα · παρουσιάζομαι · πεζοπορία · περίπατος · περιπατώ · περπάτημα · περπατάω-ώ · περπατώ · πηγαίνω · πηγαίνω με τα πόδια · πορεία · συμπεριφέρομαι · συνοδεύω · συνοδοιπορώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "walking" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη