Μετάφραση του "war" σε Ελληνικά
Οι πόλεμος, μάχη, αγώνας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "war" σε Ελληνικά.
(uncountable) Organized, large-scale, armed conflict between countries or between national, ethnic, or other sizeable groups, usually involving the engagement of military forces. [..]
-
πόλεμος
noun masculineconflict involving organized use of arms [..]
Tom returned to England after the war.
Ο Τομ επέστρεψε στην Αγγλία μετά τον πόλεμο.
-
μάχη
noun femininerhetorical: campaign against something
For us, the war continues, and little by little we're slipping away from this world.
Για όλους εμάς η μάχη συνεχίζεται, και σιγά σιγά αργοσβήνουμε.
-
αγώνας
noun masculinerhetorical: campaign against something
The war against terrorism is also law’s war against those who rise up against it.’
Ο αγώνας κατά της τρομοκρατίας είναι, επίσης, αγώνας του δικαίου κατά εκείνων που το αντιμάχονται.»
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- πολεμώ
- πολεμικός
- μόλεμος
- σύρραξη
- μάχομαι
- εμπόλεμη κατάσταση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " war " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
The personification of war, often depicted in armor, and riding a red horse. [..]
-
Πόλεμος
How do you feel about the Gulf War?
Ποια είναι η άποψή σου για τον Πόλεμο του Κόλπου;
Initialism of [i]White Aryan Resistance[/i].
"WAR" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το WAR στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Εικόνες με "war"
Φράσεις παρόμοιες με "war" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
γλωσσική διαμάχη · γλωσσικό ζήτημα · πόλεμος χαρακωμάτων (μτφ)
-
Μεταπολεμική περίοδος · μεταπολεμικός
-
λάφυρα
-
Ο Πόλεμος των Άστρων
-
Ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1735-39
-
διαμεσολαβητικός πόλεμος
-
καλλιτέχνης πολέμου