Μετάφραση του "warring" σε Ελληνικά
Οι εμπόλεμος, αντίπαλο, αντιμαχόμενοι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "warring" σε Ελληνικά.
warring
adjective
noun
γραμματική
engaged in war; belligerent [..]
-
εμπόλεμος
adjective masculineengaged in war; belligerent
“There has been a state of war here for a long time.
«Επί ένα μακρύ χρονικό διάστημα υπήρχε εδώ εμπόλεμος κατάστασις.
-
αντίπαλο
They financed every nation in his path, reaping the enormous profits of war.
Χρηματοδότησε κάθε αντίπαλο κράτος στον Ναπολέοντα αποκομίζοντας κολοσσιαία κέρδη.
-
αντιμαχόμενοι
-
αντιμαχόμενος
Adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " warring " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "warring" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
γλωσσική διαμάχη · γλωσσικό ζήτημα · πόλεμος χαρακωμάτων (μτφ)
-
Μεταπολεμική περίοδος · μεταπολεμικός
-
λάφυρα
-
Ο Πόλεμος των Άστρων
-
Ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1735-39
-
διαμεσολαβητικός πόλεμος
-
καλλιτέχνης πολέμου
-
ένας εσωτερικός πόλεμος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη